Search
Close this search box.
Έτσι τιμολογούνται τα καύσιμα στην Ελλάδα

Σε απάντηση της με αριθμό 875/26-09-2023 Ερώτηση του βουλευτή της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΥΣΗΣ Κωνσταντίνου Χήτα με θέμα «Αύξηση των τιμών στην εγχώρια αγορά κ αυσίμων», και σε ό,τι αφορά στις αρμοδιότητες του Υπουργείου Ανάπτυξης, σας γνωρίζουμε ότι οι τιμές των υγρών καυσίμων καθορίζονται από ένα σύνολο παραγόντων, ελάχιστοι εκ των οποίων, εξαρτώνται από τις εθνικές πολιτικές των κρατών και άρα και της Ελλάδος. Μερικοί από τους ως άνω παράγοντες είναι:

α) Η τιμή του αργού πετρελαίου Brent (spot),

β) Η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου,

γ) Το μεταφορικό κόστος των καυσίμων από την πηγή (spot) στο διυλιστήριο και μετά στην κατανάλωση. Το μεταφορικό κόστος αναλύεται σε δύο επιμέρους παράγοντες: i) το κόστος καυσίμων για τη μεταφορά (που μπορεί να υποτεθεί ότι δεν αλλάζει πολύ ανά ναυτικό μίλι) και ii) το κόστος των ναύλων των δεξαμενόπλοιων που μεταφέρουν το καύσιμο στην Ελλάδα από τις χώρες εισαγωγής. Το δεύτερο αυτό κόστος παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις και επηρεάζεται σημαντικά από γεωπολιτικούς παράγοντες όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η οικονομική κρίση στην Αίγυπτο, η πολεμική κρίση που προκλήθηκε από την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ και άλλους διεθνείς παράγοντες. Στον ευμετάβλητο χαρακτήρα αυτού του κόστους, αλλά και στη μεγάλη σημασία του για την τελική τιμή του καυσίμου στην αντλία, οφείλεται το γεγονός ότι η εμπορική ναυτιλία είναι ιδιαίτερα προσοδοφόρα επιχειρηματική δραστηριότητα καθώς και το γεγονός ότι πολλές χώρες – παραγωγοί πετρελαίου επενδύουν στην κατασκευή υπόγειων αγωγών για τη μεταφορά υγρών καυσίμων και φυσικού αερίου, προκειμένου να μειώσουν αυτήν την επίδραση στις τιμές των υγρών καυσίμων.

γ) Η Ελλάδα δεν εισάγει μόνο αργό πετρέλαιο αλλά και διυλισμένα καύσιμα (πετρέλαιο και βενζίνη) με βασικότερη χώρα εισαγωγής, κατά τα προηγούμενα χρόνια, τη Ρωσία. Προφανώς, το εμπάργκο που έχει, κατ’ ουσίαν, επιβληθεί στο ρωσικό πετρέλαιο (και τα παράγωγά του) δημιουργεί σημαντικές αυξήσεις τιμών στη λεκάνη της Μεσογείου, αυξήσεις που δεν αντιμετωπίζουν πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

δ) Η διαμόρφωση των τιμών διυλιστηρίου στην Ελλάδα εξαρτάται από το δείκτη PLATTS (κινούμενος μέσος όρος τεσσάρων ημερών) των τιμών διυλισμένων καυσίμων στη λεκάνη της Μεσογείου. Η ως άνω μέθοδος τιμολόγησης έχει επιλεγεί από τα διυλιστήρια της χώρας, χωρίς κρατική παρέμβαση, σύμφωνα με τους νόμους της ελεύθερής αγοράς και, κυρίως, του διεθνούς εμπορίου.

Επιπρόσθετα, και σχετικά με το πέμπτο ερώτημα, σας γνωρίζουμε ότι η Κυβέρνηση έχει ήδη παρέμβει αποφασιστικά στην εσωτερική αγορά της εμπορίας υγρών καυσίμων μέσω ρυθμιστικών παρεμβάσεων για την καταπολέμηση της αθέμιτης κερδοφορίας (άρθρα 58 του ν. 4818/2021 και 54 του ν. 5045/2023), την ίδρυση, στελέχωση και λειτουργία της ΔΙΜΕΑ και την διενέργεια αυστηρών, συστηματικών και αποτελεσματικών ελέγχων στην αγορά υγρών καυσίμων. Αντιστοίχως, κατά τις προηγούμενες περιόδους διακυβέρνησης δεν υπήρχαν σχετικές ρυθμίσεις, δεν διενεργήθηκε κανένας έλεγχος και δεν υπήρχε ελεγκτικός μηχανισμός για την πάταξη του φαινομένου της αθέμιτης κερδοφορίας στην αγορά καυσίμων. Η παρέμβαση στις τιμές διυλιστηρίου είναι σαφώς δυσκολότερη υπόθεση αφού αυτές πρωτίστως καθορίζονται από τις διεθνείς τιμές εμπορίου που επικρατούν στη λεκάνη της Μεσογείου. Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει εθνική παρέμβαση στις διεθνείς τιμές υγρών καυσίμων από την Ελλάδα λόγω του μεγέθους αγοράς που έχει η χώρα μας. Υπενθυμίζεται ότι η αγορά της Γαλλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Αιγύπτου και της Τουρκίας αθροίζουν 360.000.000 καταναλωτές έναντι μόλις 10.000.000 της Ελλάδος, δηλαδή 36 φορές περισσότερους.

Τέλος, η επιβολή πλαφόν στις τιμές των υγρών καυσίμων θεωρείται παγκοσμίως μία πλήρως αναποτελεσματική δημόσια πολιτική για την αντιμετώπιση της αύξησης των τιμών των καυσίμων. Η επιβολή πλαφόν, σε τιμές χαμηλότερες από αυτές που επικρατούν στην ελεύθερη αγορά, θα οδηγούσε στην εξαγωγή του συνόλου των υγρών καυσίμων από τη χώρα μας σε άλλες χώρες όπου θα μπορούσαν να πωληθούν σε υψηλότερες τιμές, αφού εκεί δεν προβλέπεται επιβολή πλαφόν στις τιμές των καυσίμων. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι κανένα οργανωμένο κράτος δεν έχει εφαρμόσει την πολιτική αυτή ενώ, επίσης, η πολιτική αυτή δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ στην Ελλάδα. Τυχόν εφαρμογή της θα οδηγούσε με μαθηματική βεβαιότητα στην παύση της πώλησης υγρών καυσίμων στην ελληνική αγορά, στο κλείσιμο των εταιρειών εμπορίας καυσίμων και των πρατηρίων υγρών καυσίμων και στην αδυναμία των καταναλωτών να έχουν πρόσβαση σε καύσιμα, παρά μόνο παρανόμως δια της «μαύρης αγοράς» σε τιμές πολλαπλάσιες των σημερινών τιμών.

Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση λαμβάνει κάθε δυνατό μέτρο, στο μέτρο του εφικτού και στο πλαίσιο της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας, προκειμένου να διαφυλάξει και να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών με ιδιαίτερη μέριμνα για τους πιο ευάλωτους οικονομικά συμπολίτες μας. Επιπλέον, θα πρέπει να τονιστεί ότι οι λαϊκίστικες «κορώνες» και η αναφορά σε, κατά τα λοιπά ατελέσφορες, «μαγικές λύσεις», όπως η επιβολή πλαφόν και η μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης, αλλά και η διατύπωση αφοριστικών διαπιστώσεων περί ακρίβειας και γενικευμένης «αισχροκέρδειας» προσφέρουν κάκιστες υπηρεσίες στον ελληνικό λαό όπως διαπιστώσαμε όλοι οι Έλληνες, με πικρό τρόπο, την περίοδο 2009-2019.