Πρέπει να επανέλθει η θανατική ποινή εξαιτίας της Ρούλας Πισπιρίγκου;

Το όνομα της Ρούλας Πισπιρίγκου θα γραφεί στα εγκληματολογικά χρονικά της Ελλάδας με ανεξίτηλα γράμματα και θα υπάρχει για πάντα καθώς πρόκειται για τη γυναίκα που – όπως όλα δείχνουν – σκότωσε τα τρία παιδιά της και μάλιστα έχοντας μεθοδεύσει τις δολοφονίες εις τρόπον ώστε να αποδίδονται σε ανεξήγητα μεν, αλλά πάντως «παθολογικά» αίτια.

Το κουβάρι της ιστορίας με πρωταγωνίστρια την 33χρονη γυναίκα από την Πάτρα άρχισε να ξετυλίγεται στις αρχές Ιανουαρίου 2022 όταν έγινε γνωστός ο θάνατος της τρίτης κόρης της, Τζωρτζίνας, ενώ νοσηλευόταν στο νοσοκομείο της Πάτρας. Μόνο που η Τζωρτζίνα ήταν μεν η μεγαλύτερη κόρη της Πισπιρίγκου και του Μάνου Δασκαλάκη, αλλά ήταν και η τελευταία που έχανε τη ζωή της ακολουθώντας τις αδερφές της Μαλένα και Ίριδα, που επίσης είχαν πεθάνει μυστηριωδώς. Έτσι, η πρώτη εικόνα της Πισπισρίγκου που διαμορφώθηκε στην κοινή γνώμη ήταν αυτή της χαροκαμένης μάνας, που η τύχη της βασάνισε ανηλεώς, αφού της στέρησε και τα τρία της παιδιά.

Όμως, πολύ σύντομα, η ίδια η Πισπιρίγκου άρχισε να αυτό-αναιρείται. Οι δημόσιες εμφανίσεις της -είτε κατά μόνας, είτε μαζί με τον σύζυγό της- δεν έπειθαν το φιλοθεάμον κοινό. Κυρίως όμως δεν έπειθαν τους ειδικούς. Και όλα αυτά, ενώ παράλληλα εξελισσόταν μία βαθιά έρευνα για τα αίτια θανάτου της Τζωρτζίνας και των αδερφών της. Πολύ σύντομα οι υποψίες έγιναν υπονοούμενα: η Πισπιρίγκου σκότωσε τα παιδιά της. Η ίδια το αρνιόταν. Διαμαρτυρόταν κιόλας, λέγοντας πώς αντί να δέχεται συμπαράσταση από τον κόσμο, δεχόταν ύβρεις και απειλές. Αντί για μάν(ν)α, χολή.

Μέρα με τη μέρα, τα social media πήραν φωτιά. Οι χρήστες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, έβλεπαν στην Πισπιρίγκου τη φόνισσα τριών παιδιών. Τα media τη φωτογράφιζαν. Οι ειδικοί προέτρεπαν όλους μας να το καταλάβουμε, αλλά δεν το έλεγαν ανοιχτά.

Ως που φτάσαμε στο απόγευμα της 30ης Μαρτίου και η Ρούλα Πισπιρίγκου συνελήφθη και της αποδόθηκε η κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση για τη μεγάλη κόρη της Τζωρτζίνα και έτσι πρέπει τώρα η ίδια να αποδείξει ότι δεν το έκανε για να απαλλαγεί από την κατηγορία. Ο εντοπισμός της ουσίας «κεταμίνη» στον οργανισμό της 9χρονης Τζωρτζίνας είναι το στοιχείο που την ενοχοποιεί. Άρα, πρέπει να πείσει το δικαστήριο ότι δεν χορήγησε η ίδια το δηλητήριο στο παιδί και αν αυτό γίνει κατορθωτό, μετά θα πρέπει να βρεθεί αυτός ή αυτή που το έκανε.

Κανείς δεν πιστεύει ότι η κεταμίνη δόθηκε στο παιδί από άλλο άτομο πλην της Πισπιρίγκου. Και, έτσι όλοι τη θέλουν νεκρή. Ιδανικά, βασανισμένη και νεκρή. Χιλιάδες χρήστες των social media ζητούν την παράδοση της Πισπιρίγκου στα πλήθη που συγκεντρώνονται είτε έξω από το σπίτι της στην Πάτρα, είτε έξω από τα Δικαστήρια στα οποία μετάγεται για τις απαραίτητες ανακρίσεις/καταθέσεις. Και ο ένας μετά τον άλλο προσυπογράφουν το αίτημα: επαναφορά της θανατικής ποινής.

Και, αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει όλες και όλους μας: Πρέπει όντως να επανέλθει η θανατική ποινή, που στην Ελλάδα καταργήθηκε το 1993 και είχε εφαρμοστεί τελευταία φορά το 1972 (ο τελευταίος καταδικασθείς στην εσχάτη των ποινών ήταν ένας 27χρονος που είχε σκοτώσει τη σύζυγο, την πεθερά και τα δύο του παιδιά).

Όσο δύσκολο και αν είναι, η απάντηση πρέπει να είναι «όχι, να μην επανέλθει η θανατική ποινή». Σίγουρα όλοι και όλες θέλουμε η Πισπιρίγκου να τιμωρηθεί ιδιαιτέρως αυστηρά. Ιδανικά θα θέλαμε να μην είχε υπάρξει καν σε αυτόν τον κόσμο. Όμως, η εξαφάνισή της, έστω και διά της θανατικής ποινής δεν θα λύσει το πρόβλημα. Αφενός δεν θα επαναφέρει στη ζωή τα τρία παιδιά. Αφετέρου, δεν πρόκειται να προστατέψει άλλα υποψήφια θύματα ανθρώπων που λειτουργούν με βάση το μοντέλο «Πισπιρίγκου» – διότι η Πισπιρίγκου είναι «φαινόμενο». Απεχθές, αποκρουστικό, αηδιαστικό, αλλά σίγουρα είναι φαινόμενο στα εγκληματολογικά χρονικά. Ένα φαινόμενο που δεν πρέπει να ξαναδούμε ως κοινωνία.

Κι αν κάτι πρέπει  να σκεφτούμε και να μας προβληματίσει σοβαρά αυτό δεν είναι αν πρέπει να επανέλθει η θανατική ποινή ή όχι. Αυτό πρέπει να είναι τα λάθη που κάναμε όλοι/ες και τα τρία αυτά παιδιά έμειναν απροστάτευτα και έρμαια στις βουλές της Πισπιρίγκου. Γιατί κανείς δεν κατάλαβε την απέχθεια που έτρεφε η Πισπιρίγκου προς αυτά; Κι αν κάποιος/α είχε καταλάβει γιατί δεν έκανε τίποτα; Γιατί δεν είπε τίποτα; Αλλά, ακόμα και αν είχε πει, είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει μηχανισμός προστασίας για (τα) παιδιά;

Η εφαρμογή της θανατικής ποινής, δεν απαντά σε κανένα από αυτά τα ερωτήματα.Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει – στο υποθετικό και απευκταίο σενάριο της επαναφοράς της- θα ήταν απλώς να εκτονώσει προσωρινά την οργή του όχλου και κυρίως να «θάψει» ολίγες τύψεις και ενοχές. Αλλά, αυτό σίγουρα δεν είναι αρκετό. Και σίγουρα δεν είναι αποτελεσματικό. Και εν πολλοίς είναι και επικίνδυνο γιατί αυτοστιγμεί αφιαρεί από τον πυρήνα του αξιακού μας συστήματος το ύψιστο αγαθό, που είναι η ζωή. Δηαλδή, μας κάνει ακριβώς ίδιους με τη Ρούλα Πισπιρίγκου. Και φυσικά, δεν το θέλουμε αυτό.