Μία «διαφορετική» σελίδα ξεκίνησε να λειτουργεί στο Facebook με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων λόγω κορωνοϊού (23/03) και αυτή είναι η ΚαραντΙΝΑ.

Η ΚαραντΙΝΑ ξεκίνησε να λειτουργεί ως ένα εναλλακτικό ημερολόγιο της περιόδου που όλοι ήμασταν αναγκασμένοι να «μένουμε σπίτι» συμβάλλοντας στον αγώνα καταπολέμησης του κορωνοϊού, αλλά και της διασποράς του. Είναι ένας από τους τρόπους που βρήκε ο δημιουργός της (ήτοι ο γράφων, ήτοι Θανάσης Τσολάκης) για να παραμένει δημιουργικός σε αυτή την πρωτόγνωρη για όλους περίοδο, που οι περισσότεροι από μας διακατεχόμαστε από συναισθήματα ανασφάλειας, άγχους και αβεβαιότητας τόσο για την υφιστάμενη περίοδο, όσο και για την λεγόμενη «επόμενη μέρα».

Μου είναι πολύ δύσκολο το «αυτοαναφορικό» ρεπορτάζ, πλην όμως νομίζω ότι πλέον ήρθε η ώρα να μοιραστώ τις σκέψεις μου και από αυτό εδώ το βήμα στο οποίο απευθυνόμαστε μαζί με τον Δημοσθένη Μαζαράκη σε όλους εσάς εδώ και τρία χρόνια, γιατί σε λίγες μέρες θα χρειαστώ τη λεγόμενη «βοήθεια του κοινού».

Η ΚαραντΙΝΑ είναι ένας «ιστότοπος ψυχαγωγίας», όπως τον χαρακτηρίζει το Facebook, στον οποίο αναρτάται κάθε μέρα μία κουκλίτσα φτιαγμένη από νήμα, σύρμα και υλικά που υπάρχουν στο σπίτι και η τεχνική της κατασκευής είναι πολύ απλή. Ωστόσο για μένα λειτούργησε σχεδόν ψυχοθεραπευτικά, αφού η κατασκευή ήταν και είναι μέρος του καθημερινού μου προγράμματος και κάθε μία από αυτές τις κούκλες έχει τη δική της «φωνή». Η ιστορία που συνοδεύει κάθε κούκλα, είναι η φωνή ενός/μίας από σας/μας και αποτυπώνει σκέψεις και προβληματισμούς καθημερινών ανθρώπων.

Η ιστορία κάθε κούκλας, είναι μία απλή καθημερινή ιστορία, από αυτές που όλοι όσοι επιλέξαμε να γίνουμε δημοσιογράφοι καταγράψαμε, καταγράφουμε και θέλουμε να καταγράφουμε στη διάρκεια της επαγγελματικής μας ζωής.

Όταν ανέβασα την πρώτη κούκλα στη σελίδα, δεν πίστευα ότι η απήχηση θα ήταν τόσο μεγάλη και ούτε είχα σκεφτεί εξ αρχής αυτό που σας ζητώ να κάνουμε μαζί στο προσεχές μέλλον. Στην αρχή ήταν απλώς ένα «hobby».

Σήμερα όμως, που οι κούκλες είναι πάνω από 40 τον αριθμό, προστρέχω σε σας και σας ενημερώνω ότι τις επόμενες ημέρες οι κούκλες αυτές θα «πωληθούν» (ιντερνετικά και μέσω e-banking) για την ενίσχυση ενός φιλανθρωπικού οργανισμού. Συνεπώς, αυτό που ζητάω/προτείνω είναι να είστε έτοιμοι να υιοθετήσετε μία από τις κούκλες και με τον οβολό σας να ενισχύσετε το έργο ενός οργανισμού, που έχει ζημιωθεί σημαντικά από την κρίση του κορωνοϊού.

Οι αναλυτικές λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν τις αμέσως επόμενες ημέρες σε αναλυτική ανακοίνωση καθώς μένει να διευθετηθούν ορισμένα τυπικά ζητήματα. Προς το παρόν μπορώ να πω ότι όλα τα έσοδα από την «πώληση» (που δεν θα είναι ακριβώς πώληση), θα διατεθούν υπέρ του συγκεκριμένου οργανισμού και να σας προτρέψω να αναλογιστούμε όλοι μαζί πόσο σημαντική είναι «η καλοσύνη των ξένων». Μείνετε συντονισμένοι!

[+] Και για όσους δεν έχετε υπόψη σας την ΚαραντΙΝΑ δείτε παρακάτω μερικούς από τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους:

Η Μυρτώ είναι ελεύθερη επαγγελματίας, έχει κατάστημα με είδη προικός. Δίπατο μαγαζί γωνιακό, επιχείρηση οικογενειακιά αναντάμ μπαμπαντάμ. Και ιδιόκτητο το οίκημα και μάλιστα σήμερα 30/04 κλείνει 23 χρόνια που το διαχειρίζεται αυτή η ίδια. Σύνολο η επιχείρηση έχει 75 χρόνια στο χώρο και πουλάει απ’ όλα: πανωσέντονα, κατωσέντονα, μαξιλαροθήκες, πετσέτες, προσόψια, παπλωματοθήκες, τσεβρέδες, καρέδες, πετσετάκια, τραπεζοκαρέδες, νταντέλα με το μέτρο… και πόσα άλλα.
Πολλά απ’ αυτά τα φτιάχνει και μόνη της η Μυρτώ γιατί το χειροποίητο αλλιώς είναι. Το χτυπάει και δυο φορές πάνω στην τιμούλα, ε. Αλλά, χρυσοχέρα η Μυρτώ τον ήλιο κεντάει. Ξέρει κοπτόν, λασσέ, ασπροκέντι, σταυροβελονιά, πισωβελονιά, να περνάει κρόσια, αζούρ, πλέξιμο με μια βελόνα, με δυο, με κορσέ όλα τα νούμερα και πόσα άλλα…
Στην αρχή που ήρθε ο κορωνοϊός η Μυρτώ δεν το πίστευε. Γιατί διαβάζει για τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, λίγο Παΐσιο και αυτά, και επειδής δεν είναι και καμιά τυχαία, ψυλλιάζεται ότι μπορεί να είναι και ο Μπιλ Γκέητς από πίσω και πόσα άλλα.
Πάντως και καραντίνα έκατσε, και το επίδομα έκανε τα χαρτιά να πάρει κι αυτή και η Τουλίτσα η υπάλληλος -χρυσή κοπέλα- και τα παιδιά της που σπουδάζουν μακριά δεν τα άφησε να έρθουν για να μην εκτεθούν στον κίνδυνο. Μεγάλωσε το έμβασμα και όλα καλά.
Η Μυρτώ είπαμε δεν είναι τυχαία και ό,τι βλέπει το ξετάζει δυο και τρεις, άκουσε που είπαν ότι οι μάσκες θα είναι υποχρεωτικές, και σκέφτηκε επιχειρηματικά: Θα λανσάρει τις δικιές της. «MM» θα τις φιρμάρει (δηλαδή Μάσκα Μυρτώς) θα τσιμπήσει και την τιμούλα δυο φορές πάνω, γιατί το χειροποίητο αλλιώς είναι, ε, και που θα πάει; Κρίση είναι κι αυτή μωρέ, θα περάσει. Την υγειά μας να ‘χουμε. Ε, και λίγο το νου μας.
ΥΓ. Από ένα σύλλογο της είχαν πει αν μπορεί να βοηθήσει να γαζώσει καμιά μάσκα για το στρατό, αλλά να μωρέ.. είχε στραβοβελονιάσει η μηχανη και δε δούλευε. Μόλις χθες βρήκε μάστορα να την επισκευάσει.
Η κυρία Τερψιθέα είναι πλούσια. Δεν θέλει να το πολύλέει αλλά, και τι να κάνεις χρυσό μου; Ο παράς και ο βήχας δεν κρύβονται.
Η κυρία Τερψιθέα δεν έχει φίλες. Δηλαδή, έχει για φίλες τις συζύγους των φίλων του άντρα της, αλλά δεν της συναναστρέφεται πέρα από τα τυπικά, γιατί πιστεύει ότι ορέγονται τα μαλάματά της. Δηλαδή πιστεύει ότι ορέγονται τον άντρα της, γιατί χωρίς αυτόν η Τερψιθέα θα ήταν απλά μία από τις πολλές. Και, ναι δεν την πειράζει να είναι του αντρός της. Την πειράζει όμως να είναι του πατρός της, καθόσον ο κυρ Στέφανος -θεοσχωρέστον-, μπορεί να ήταν διαβασμένος, αλλά από καταθέσεις… νάδα.
Έτσι λοιπόν, η κυρία Τερψιθέα κάθεται μόνη της στο σαλόνι της – ο άντρας της λείπει όλη μέρα γιατί συνεχίζει να δουλεύει, όπως της έχει πει- και χαζεύει στην τηλεόραση. Πού και πού τηλεφωνεί και σε καμιά από τις συζύγους των φίλων του άντρα της, έτσι «διά τα τυπικά». Ξέρει τα πάντα για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» την οποία εφαρμόζει κατά γράμμα και ούτε στο σούπερ μάρκετ πηγαίνει. Της στέλνει τα ψώνια ο άντρας της με έναν παραγιό. Παραγιό τον λέει εκείνος δηλαδή. Η Τερψιθέα δεν έχει συγκρατήσει ούτε καν το όνομά του, γιατί απλώς δεν την αφορά κάποιος τόσο οικονομικά ασθενής. Μία φορά μόνο τον ρώτησε πότε έχει γενέθλια -κι εκείνος είπε 28 Απριλίου- γιατί ήθελε να μάθει τι ζώδιο είναι και το έφερε έτσι κάπως κομψά. Κι αυτό όχι επειδή είναι κουτσομπόλα, αλλά γιατί αυτός ο παραγιός μοιάζει πολύ στον άντρα της και ήθελε να δει μήπως τυχόν είναι και το ίδιο ζώδιο. Αλλά δεν ήταν. Ο άντρας της είναι γεννημένος τον Νοέμβριο και είναι Σκορπιός.
Τέλοσπάντων… άντε να περνάει η καραντίνα γιατί ολίγον έπληξε μέσα στο σπίτι η κυρία Τερψιθέα. Πεθύμησε να ξεσκάσει λιγουλάκι σε κανένα καλό εστιατόριο από αυτά που την πηγαίνει ο άντρας της κάθε Παρασκευή βράδι. Και τρώει μπρικ. σολωμό, πατέ, σούσι, φουά γκρά και πίνει ένα ωραιότατο λικέρ, που δεν θυμάται πως το λένε, αλλά το σερβίρουν σε κάτι μικρά χαριτωμένα ποτηράκια που μοιάζουν με κέρατα, αλλά δεν είναι. Απλώς είναι από σκουρόχρωμο κρύσταλλο μπακαρά. Δηλαδή… έτσι της έχει πει ο άντρας της.
Η Ζωίτσα -μην τη βλέπετε έτσι- είναι μόλις 49 ετών. Η Ζωίτσα κατάγεται από ένα χωριό της ελληνικής υπαίθρου, μοναδικό κορίτσι ανάμεσα σε 4 αγόρια, την πάντρεψαν μικρή-μικρή με έναν Μαλάκα. Αλλά, ευτυχώς την προίκωσαν και με ένα μικρό διαμερισματάκι, το οποίο ο Μαλάκας ούτε να το δει δεν ήθελε, γιατί αυτός είχε δικιά του περιουσία. Έτσι, το είχαν παρατήσει κλειστό για κάμποσα χρόνια. Συγκεκριμένα έως τις 26 Απριλίου του 2016, που η Ζωίτσα το ‘σκασε από το σπίτι και το γάμο της και πήγε να ζήσει μόνη της εκεί. Εικοσιένα χρόνια η Ζωίτσα έφαγε το ξύλο της αρκούδας.
Έχασε ο Ολυμπιακός; Ξύλο η Ζωίτσα.
Πολύ αλμυρό το φαΐ; Ξύλο η Ζωίτσα.
Έκατσε στο ρεύμα και πιάστηκε ο Μαλάκας; Ξύλο η Ζωίτσα.
Παιδιά δεν έκαναν γιατί δεν ήθελε ο Μαλάκας, άσχετα που είχε ένα εξώγαμο και δεν της το είχε πει και ποτέ. Το είχε μάθει μόνη της, μια φορά που έτυχε να τον ακούει στο τηλέφωνο.
Ένα βράδι όμως η Ζωίτσα δεν άντεξε άλλο πια. Γύρισε ο Μαλάκας -ποιος ξέρει από που- την σαούλιασε στο ξύλο και έπεσε να κοιμηθεί. Όπως ήταν με τα αίματα, βουτάει το πορτοφόλι του, βάζει και δυο βρακιά στην τσάντα, και όπου φύγει – φύγει. Από καιρό βέβαια είχε σχέδιο να πάει στο διαμερισματάκι, που ο Μαλάκας δεν ήξερε καν που βρισκόταν, οπότε το ‘κοψε για κει.
Δέκα μέρες έμεινε η Ζωίτσα εκεί χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό, αλλά βασικά χωρίς ξύλο. Στις δέκα μέρες την έψαξε ο αχρηστος, αλλά τόσος ήταν ο καημός του, που ακόμα και όταν τη βρήκε, τη χαστούκισε και της είπε να πάει στο διάολο κι έτσι η Ζωίτσα ξόμεινε εκεί στο διαμερισματάκι.
Και μπορεί γράμματα πολλά να μην ήξερε, αλλά το μυαλό της κόβει, κι έτσι σιγά – σιγά βγήκε στο μεροκάματο και άρχισε να καθαρίζει σπίτια. Πρώτα σκάλες, μετά μια καφετέρια και λίγο-λίγο την εμπιστεύτηκαν κάτι πλούσιες που την έκαναν δεξί τους χέρι.
Τώρα που έχουμε τον κορωνοϊό, η Ζωίτσα δεν πάει στα σπίτια, αλλά και χωρίς μεροκάματο δεν μένει. Επειδή αυτές θέλουν να καμώνονται τις καμπόσες, της κάνουν βίντεο κλήσεις για να τους λέει πώς να κάνουν δουλειές και φαγιά.
Και φυσικά περνάει μέρα παρά μέρα και της βάζουν στο ασανσέρ το μεροκάματο.
Έτσι και η Ζωίτσα έχει λεφτά και αυτές έχουν ωραίες φωτογραφίες από ψωμιά και γλυκά για να ανεβάζουν στο ινσταγκραμ.
Τώρα, όσο για κάτι σποτ που δείχνει η τιβι για τις κακοποιημένες γυναίκες, η Ζωίτσα τα βλέπει μεν, αλλά κατά βάθος ξέρει ότι όσα και να δείξουν στις τηλεοράσεις, μόνο όταν μια γυναίκα το αποφασίσει, θα φύγει από την κόλαση. Όμως, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.