Ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Ο Δερματοστίκης του Αουσβιτς» (αγγλικός τίτλος The Tattooist of Auschwitz) κυκλοφορεί στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 11 Ιανουαρίου και έρχεται να συμπληρώσει σημαντικά κομμάτια στο παζλ που σχετίζεται με την ιστορία ορισμένων από τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα που έχουν διαπραχθεί ποτέ.

Η συγγραφέας Χέδερ Μόρρις μετά από πολυετή έρευνα γράφει για την ιστορία του Λέηλ και της Γκίτα που γνωρίστηκαν στο Άουσβιτς την περίοδο που ο Λέηλ ήταν επιφορτισμένος με ένα θλιβερό καθήκον: να φτιάχνει τα τατουάζ με τους αριθμούς στους βραχίονες των κρατουμένων. Ο ίδιος, ήταν ο κρατούμενος με το νούμερο 32307.

Με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία του βιβλίου, το BBC αφιέρωσε ένα μεγάλο άρθρο στη συγγραφέα και το περιεχόμενο του, το οποίο όμως αποτελεί μία κανονική και χρήσιμη ψηφίδα ιστορίας

Διαβάστε το:

Ο άνθρωπος που χτυπούσε τα τατουάζ στο Άουσβιτς – Και η μυστική του αγάπη

Για περισσότερο από 50 χρόνια ο Λέηλ Σοκόλοβ ζούσε με ένα μυστικό – είχε γεννηθεί την περίοδο των πολεμικών αναταράξεων της Ευρώπης σε ένα μέρος στο οποίο έγιναν μερικές από τις μεγαλύτερες θηριωδίες από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Δεν θα μοιραζόταν το μυστικό του παρά μόνο μετά τα 80 και σε ένα μέρος πολύ μακριά από την πατρίδα του.

Ο Λέηλ ήταν ο άνθρωπος που έκανε τα Τατουάζ στο Άουσβιτς

Ζώντας με τη γυναίκα του σε ένα προάστιο της Μελβούρνης, ο Λέηλ που το πραγματικό του όνομα ήταν Λούντβιγκ Άιζενμπεργκ και είχε γεννηθεί από Εβραίους γονείς το 1916 στη Σλοβακία, αποφάσισε  να αποκαλύψει το μυστικό του.

«Αυτός ο άνδρας, ο δερματοστίκτης του πλέον διαβόητου στρατοπέδου συγκέντρωσης κρατησε το μυστικό του πιστεύοντας λανθασμένα ότι επρεπε να το κρύβει» λέει η Χέδερ Μόρρις, η οποία πέρασε τρία χρόνια καταγράφοντας τη ζωη του Λέηλ πριν αυτός πεθάνει το 2006.

Η Μόρρις έχει γράψει ένα βιβλίο – ‘Ο Δερματοστίκτης του Άουσβιτς’- βασισμένο στο πως ο Λέηλ έκανε τατουάζ τους σειριακούς αριθμούς στα χέρια των κρατούμενων που δεν στέλνονταν στους θαλάμους αερίων.

«Η φρίκη της επιβίωσης επί τρία χρόνια σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης του άφησε έναν παρανοϊκό φόβο για όλη του τη ζωή» λέει η Μόρρις.

«Χρειάστηκα τρία χρόνια για να δομήσω την ιστορία. Έπρεπε να κερδίσω την εμπιστοσύνη του έως ότου τον πείσω να μου αποκαλύψει τα πιο σκοτεινά σημεία της ιστορίας» συμπληρώνει.

Φοβόταν να μην τον χαρακτηρίσουν ως συνεργάτη των Ναζί. Κρατώντας κρυμμένο το μυστικό του ή έστω αυτό που θεωρούσε ως ενοχοποιητικό φορτίο, πίστευε ότι θα προστάτευε την οικογένεια του.

Μετά το θάνατο της γυναίκας του, Γκίτα, απενοχοποιήθηκε και αποκάλυψε τελικά μία ιστορία επιβίωσης, αλλά και βαθιάς αγάπης.

Ο φυλακισμένος Νο 32407

Τον Απρίλιο του 1942 και σε ηλικία 26 ετών ο Λέηλ μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς – στο μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Όταν οι Ναζι είχαν πάει στην πατρίδα του, ο Λέηλ είχε παρουσιαστεί ως ένας δυνατός άνδρας και είχε αυτοπροταθεί στους Ναζί, ελπίζοντας ότι έτσι δεν θα διαλυόταν η οικογένεια του. Σε αντίθεση με τα αδέρφια του, ο ίδιος ήταν άνεργος και ανύπαντρος.

Τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν γνώριζε τις θηριωδίες που συνέβαιναν στο στατόπεδο συγκέντρωσης της νοτιοδυτικής Πολωνίας.

Κατά την άφιξη του, οι Ναζί του έδωσαν –αντί ονόματος- το νούμερο 32407.

Ο φυλακισμένος Νο 32407 μπήκε στη γραμμή παραγωγής μαζί με άλλους κρατούμενους κατασκευάζοντας τούβλα για την επέκταση του στρατοπέδου.

Δούλευε στις σκεπές των κτιρίων κρατώντας χαμηλό προφίλ προκειμένου να μην προκαλεί τους φύλακες – στρατιώτες των SS.

Αλλά, λίγο μετά την άφιξη του στο Άουσβιτς, ο Λέηλ προσβλήθηκε από τύφο.

Κατά τη διάρκεια της ασθένειας τον φρόντιζε ένας Γάλλος ακαδημαϊκός ονόματι Πεπάν, που ήταν ο άνθρωπος που του είχε κάνει το τατουάζ με τον σειριακό του αριθμό.

Ο Πεπάν τον πήρε υπό την προστασία του και τον όρισε βοηθό του. Του δίδαξε όχι μόνο την τέχνη του τατουάζ, αλλά και το πως να κρατάει το κεφάλι του «χαμηλά» και το στόμα του κλειστό.

Ξαφνικά, μία μέρα, ο Πεπάν εξαφανίστηκε και ο Λέηλ δεν έμαθε ποτέ τι του είχε συμβεί.

Λόγω και της γλωσσομάθειας του – μιλούσε Σλοβακικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Γαλλικά και λίγα Πολωνικά- ο Λέηλ έγινε ο βασικός δερματοστίκτης του στρατοπέδου.

Του δόθηκε μία τσάντα με τον εξοπλισμό για να κάνει τατουάζ και ένα χαρτί που έγραφε: Politische Abeilung.

Ο Λέηλ δούλευε πλέον στην Πολιτική Πτέρυγα των SS και ένας υπάλληλος είχε οριστεί για να τον επιβλέπει – αυτό του έδινε κάποιου είδους προστασία.

Όντας ο βασικός δερματοστίκης, ο Λέηλ ζούσε με μικρότερη την απειλή του θανάτου από τους άλλους κρατούμενους.

Έτρωγε σε διοικητικό κτίριο και είχε κάποια προνόμια όπως το να κοιμάται μόνος του σε δωμάτιο. Όποτε τελείωνε τη δουλειά του ή όποτε δεν υπήρχαν νέοι κρατούμενοι για να πάρουν αριθμό, είχε ελεύθερο χρόνο.

«Ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του συνεργάτη των SS» λέει η Μόρρις

Αυτή ήταν μια πραγματική ανησυχία γιατί πολλοί θεωρούσαν ότι όσοι εργάζονταν για τα SS, συμμετείχαν και στις βαρβαρότητες τους.

«Έκανε ό,τι έκανε για να επιβιώσει. Άλλωστε, δεν είχε δικαίωμα να επιλέξει δουλειά» συμπληρώνει η Μόρρις.

«’Παίρνεις ό,τι σου δίνουν’ έλεγε. Το παίρνεις και είσαι ευχαριστημένος γιατί αυτό σημαίνει  οτι μπορεί να ξυπνήσεις το επόμενο πρωί».

Παρά τα προνομια, και για τον Λέηλ ήταν πάντα υπαρκτό το ενδεχόμενο να μην ξυπνήσει το επόμενο πρωί.

«Ο Γιόζεφ Μέγκελε, ειδικά, ήταν σε συχνή επαφή με τον Λέηλ καθώς διάλεγε τους ‘ασθενείς’ του από τις νέες αφίξεις που περνούσαν για τατουάζ» γράφει η Μόρρις.

«Πολλές φορές σφύριζε με έναν δοκιμαστικο σωλήνα τον οποίο γλιστρούσε πάνω στο σώμα του Λέηλ και τον απειλούσε: ‘Εσένα δερματοστίκτη μια μέρα θα σε πάρω – μια μέρα’».

Για τα επόμενα δύο χρόνια, ο Λέηλ, με τη συμμετοχη και των βοηθών του, χάραξε τατουάζ σε εκατοντάδες χιλιάδες κρατούμενους.

Αυτά τα αναγκαστικά τατουάζ, οι τρεμάμενοι αριθμοί στην εσωτερική πλευρά του βραχίονα, έγιναν τα πλέον αναγνωρίσιμα σημάδια του Ολοκαυτώματος και του στρατοπέδου συγκέντρωσης.

Μόνο οι φυλακισμένοι του Άουσβιτς και των υπό-στρατοπέδων του (Μπίρκεναου και Μόνοβιτζ) είχαν τατουάζ.

Η πρακτική άρχισε να εφαρμόζεται το φθινόπωρο του 1941 και μέχρι την άνοιξη του 1943 όλοι οι κρατούμενοι είχαν στιγματιστεί.

Αρχικά χρησιμοποιούνταν μία μεταλλική στάμπα για να «τυπωθεί» ο αριθμός στο δέρμα και το μελάνι εγχυόταν στο τραύμα.

Όταν αυτή η πρακτική αποδείχτηκε αναποτελεσματική, οι SS εισήγαγαν μία νέα μέθοδο με «δίδυμες» βελόνες. Αυτό το εργαλείο χρησιμοποιούσε και ο Λέηλ

Όταν οι κρατούμενοι έφταναν στο Άουσβιτς επιλέγονταν είτε για καταναγκαστικά έργα, ειτε για άμεση εκτέλεση.

Τα κεφάλια τους ξυρίζονταν και τα υπάρχοντα τους κατάσχονταν.

Τα ρούχα τους γίνονταν ξεσκονόπανα και οδηγούνταν στη γραμμή για τον δερματοστίκτη. Οι μοναδικές εξαιρέσεις από αυτή τη «γραμμή» ήταν οι «επανεκπαιδευόμενοι» Γερμανοί κρατούμενοι και αυτοί αποστέλονταν απευθείας στους θαλάμους αερίων.

Το τατουάζ ήταν η τελευταία πράξη στη διαδικασία «εγγραφής» στο στρατόπεδο λέει ο δρ Πιότρ Σετκιεβιτζ, επικεφαλής του ερευνητικού κέντρου του Μουσείου του Άουσβιτς

«Ήταν ένα ακόμα από τα απάνθρωπα πράγματα που συνέβαιναν στους κρατούμενους κατά την άφιξή τους στο Άουσβιτς. Κατ’ αρχήν ήταν επίπονο και έπειτα, από τη στιγμή που έφεραν το τατουάζ καταλάβαιναν ότι έχαναν τα ονόματά τους και πλέον έπρεπε να χρησιμοποιούν μόνο τους αριθμούς».

Η κρατούμενη 34902

Είναι Ιούλιος του 1942 και ο Λέηλ κρατάει ένα κομμάτι χαρτί. Πάνω του έχει γραμμένα πέντε ψηφία: 3 4 9 0 2

Ο Λέηλ είχε συνηθίσει κάπως το να κάνει τατουάζ σε άνδρες, όμως το να κρατάει το αδύναμο χέρι μιας νεαρής κοπέλας (προκειμένου να της κάνει τατουάζ) τον γέμιζε τρόμο.

Ακόμη δεν είχε γίνει ο βασικός δερματοστίκτης του στρατοπέδου. Ο Πεπάν τον αναγκάζει να το κάνει. Αν δεν το κάνει είναι σαν να αυτοκτονει.

Όμως υπάρχει κάτι σε αυτό το κορίτσι και τα λαμπερά μάτια του.

Χρόνια μετά, ο Λέηλ θα έλεγε στην Μόρρις πως την ώρα που έκανε το τατουάζ με τον αριθμό στο χέρι της κοπέλας, εκείνη εγγραφόταν στην καρδιά του.

Έμαθε ότι το όνομά της ήταν Γκίτα και είχε έρθει από το γυναικειο στρατόπεδο του Μπίρκεναου.

Με τη βοηθεια του φρουρού του, ο Λέηλ θα της προωθούσε κρυφά γράμματα, τα οποία θα οδηγούσαν σε μυστικές συναντήσεις έξω από το κτίριο όπου διέμενε.

Προσπάθησε να τη φροντίσει, να της δώσει μερικά προνόμια – ακόμη και να την μετακινήσει σε έναν καλύτερο σταθμό εργασίας. Προσπάθησε να της δώσει ελπίδα.

«Η Γκίτα είχε σοβαρές αμφιβολίες» λέει η Μόρρις

«Εκείνη δεν έβλεπε μέλλον. Εκείνος όμως ήξερε βαθιά μέσα του, οτι θα επιβίωνε. Δεν ήξερε πως, αλλά ήξερε ότι θα επιβίωνε. Επιβίωσε από τύχη, επειδή ήταν στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή και γιατί ήξερε να εκμεταλλεύεται τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονταν».

Γνωρίζοντας ότι είναι από τους τυχερούς, ο Λεηλ προσπάθησε  να βοηθήσει όσους περισσότεορυς κρατούμενους μπορούσε, εκμεταλλευόμενος και τη θέση του κεντρικού δερματοστίκτη.

Το φαγητό ήταν το «νόμισμα» του Αουσβιτς και ο Λέηλ χρησιμοποιούσε τα προνόμια του για να ταΐζει τους συγκατοίκους του, τους φίλους της Γκίτα και τις οικογένειες Ρομά που ήρθαν μετέπειτα στο συγκρότημα όπου έμενε.

Άρχισε να ανταλλάσσει τα κοσμήματα και άλλα τιμαλφή που του έδιναν οι κρατούμενοι, με φαγητό και άλλες προμήθειες με τους αγρότες που δούλευαν κοντά στο στρατόπεδο.

Το 1945 οι Ναζί άρχισαν να διώχνουν κρατούμενους από το στρατόπεδο πριν φτάσουνν οι Ρώσοι. Η Γκίτα ήταν μία από αυτούς που είχαν επιλεγεί να αφήσουν το Άουσβιτς

Η γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος είχε φύγει και ο Λέηλ ήξερε μεν το όνομα της –Γκίτα Φουρμάνοβα- αλλα δεν ήξερε από που είχε έρθει.

Τελικά έφυγε και ο Λέηλ και πήγε στη γενέτειρα του  – την πόλη Κρομπάτσι της Τσεχοσλοβακίας. Είχε πληρώσει το ταξίδι με κοσμήματα που είχε κλέψει από τους Ναζί ενώ είχε επιβιώσει και η αδερφη του Γκόλντι. Επίσης, το πατρικό τους σπίτι τους ανήκε ακόμα.

Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να βρει τη Γκίτα. Μπορούσε άραγε να ελπίζει ότι θα την έβρισκε;

Με ένα κάρο πήγε στη Μπρατισλάβα καθώς ήταν το σημείο εισόδου πολλών επιβιωσάντων που επέστεφαν στην Τσεχοσλοβακία.  Ο Λέηλ έμεινε για πολλές ημέρες στο σιδηρορομικό σταθμό, μέχρι που κάποιος τον συμβούλεψε να πάει στον Ερυθρό Σταυρό.

Στο δρομο του για τον Ερυθρό Σταυρό, μια γυναίκα στάθηκε μπροστά στο άλογο του. Ήταν μια γνωστή φυσιογνωμία. Ένα ζευγάρι λαμπερά μάτια.

Η Γκίτα τον είχε βρει.

Το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Οκτώβριο του 1945. Άλλαξαν το επώνυμο τους σε Σολόκοβ για να ειναι περισσότερο ταιριαστό στην τοτε σοβιετική Τσεχοσλοβακία. Ο Λέηλ άνοιξε ένα υφασματοπωλείο το οποίο πήγαινε καλά.

Όμως μάζευαν και έστελναν χρήματα στο εξωτερικό υποστηρίζοντας την κίνηση για το κράτος του Ισραήλ.

Όταν αυτό αποκαλύφθηκε,  ο Λέηλ φυλακίστηκε και η περιουσία του δημεύτηκε.

Σε ένα σαββατοκυριακο η Γκίτα οργάνωσε και εκτέλεσαν μαζί την απόδρασή τους από την Τσεχοσλοβακία.

Αρχικα πήγαν στη Βιέννη, μετά στο Παρίσι και στην προσπάθεια τους να φύγουν το δυνατόν πιο μακριά από την Ευρώπη, μπάρκαραν για Σίδνεϋ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού γνώρισαν ένα ζευγάρι από τη Μελβούρνη, που τους έπεισαν να ξεκινήσουν μία νέα ζωή στη συγκεκριμένη πόλη.

Ο Λέηλ άρχισε πάλι το εμπόριο υφασμάτων και η Γκίτα έγινε σχεδιάστρια ρουχων. Το 1961 απέκτησαν τον γιο τους Γκάρυ.

Ο Λέηλ και η Γκίτα πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους στη Μελβούρνη. Η Γκίτα επισκέφθηκε αρκετές φορές την Ευρώπη και πέθανε το 2003. Ο Λέηλ όμως δεν επέστρεψε ποτέ.  Μόνο οι πολύ στενοί φίλοι του ζευγαριού ήξεραν την ιστορία τους.

«Συνάντησα πολλούς φίλους τους που μου είπαν: ‘ξέρεις ότι ο Λέηλ και η Γκίτα είχαν συναντηθεί στο Άουσβιτς;’ Ποιος ερωτεύεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης;» λέει η Μόρρις.

Ακόμη και ο Γκάρι για πολλά χρόνια δεν γνώριζε απόλυτα τη φρίκη που είχαν ζησει οι γονείς του.

Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η ιστορία αποκαλύφθηκε μετά το θάνατο της Γκίτα και με την ‘παρέμβαση’ της Μόρρις.

Φτάνοντας στην ιστορία

«Δεν βρήκα εγώ την ιδεα – η ιδέα με βρήκε» λέει η Μόρρις.

Ο Γκάρυ έψαχνε καποιον στον οποίο να πει την ιστορία του πατέρα του και βρήκε τη Μόρρις μέσω κοινών φίλων.

Η Μόρρις δεν είναι Εβραια και γι αυτό ο Λέηλ που τότε ήταν 87 ετών είχε δεχθεί να μοιραστεί την ιστορία του μαζί της.

«Τον ανέκρινα κατευθείαν» λέει η Μόρρις. «Για κείνον ήταν σημαντικό που δεν είχα κανένα ‘φορτίο’. Χρειαζόταν καποιον –ενδεχομένως και αφελή- που θα άκουγε την ιστορία του, και θα την αποδεχόταν έτσι όπως θα την έλεγε αυτός».

Τα πάντα για κείνον ήταν τα μάτια του 18χρονου κοριτσιού.

Για τρία χρόνια η Μόρρις επισκεπτόταν τον Λέηλ αρκετές φορές την εβδομάδα. Όλα όσα θυμόταν ταίριαζαν με την ερευνα της.

Πέρα από την ιστορία του Λέηλ και της Γκίτα, το βιβλίο της Μόρρις (ο Δερματοστίκτης του Άουσβιτς) φωτίζει και άλλες πτυχές της ιστορίας του Ολοκαυτώματος. Το κλειδί ήταν τα ανέκδοτα ντοκουμέντα που είχε πάρει η Μόρρις από τον Λέηλ και η διαδικασία της επιβεβαίωσης τους.

Εν τέλει η ιστορία επρόκειτο να γίνει ταινία. Η Victoria Film η κρατική κινηματογραφική εταιρία της Αυστραλίας συμφώνησε να χρηματοδοτήσει διεθνή έρευνα για το θέμα.

«Είχαμε πιστοποιημενους ερευνητές στο εξωτερικό, οι οποίοι έψαξαν και βρήκαν ντοκουμέντα και επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα του Λέηλ» λέει η Μόρρις.

Αυτά τα ντοκουμέντα οδήγησαν στην αποκάλυψη ότι οι γονείς του Λέηλ είχαν σκοτωθεί στο Άουσβιτς εναν μηνα πριν πάει ο ίδιος.

Ο Λέηλ δεν το έμαθε αυτό καθώς ανακαλύφθηκε αφότου πέθανε, ενώ άλλα έγγραφα αποδεικνύουν την ταυτότητα του ως φυλακισμένου του στρατοπέδου.

Μεταξύ αυτών και το εγγραφο με το οποίο ‘διορίστηκε’ ως υπάλληλος της Πολιτικής Πτέρυγας των SS.

Το έγγραφο δεν αποσαφηνίζει τη δουλειά που έκανε ο Λέηλ, αλλά η Μόρρις και οι ερευνητές το θεωρούν επαρκή απόδειξη.

Το βιβλίο της Χέδερ Μόρρις «Ο Δερματοστίκης του Αουσβιτς» κυκλοφορεί στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 11 Ιανουαρίου (αγγλικός τίτλος The Tattoist of Auschwitz)

μετάφραση: reportal.gr